(τέλος διαφημίσεων)
...και εκεί που επικρατεί χάος, εγώ έχω αρχίσει να ακυρώνω κάρτες, η Τάνια έχει πέσει σε αφασία, ο Τεό μαζεύει την πετσέτα, ο Σάσα ψάχνει στον κήπο, η Ρούζα μιλάει στο κινητό (γιατί μιλάει στο κινητό; εδώ καιγόμαστε!!)... ...και ξαφνικά αρχίζει να ακούγεται έκπληκτη και χαρούμενη (μην ξεχνάτε ότι μιλάμε σε 3 γλώσσες η παρέα, με τους μισούς να μιλάνε μεταξύ τους σε μια γλώσσα που δεν μιλάνε οι υπόλοιποι, μόνο η Τάνια ήξερε όλες τις κουβέντες που μίλαγε και τις 3 γλώσσες)...
Κάποια κοπέλα έχει πάρει τηλέφωνο στο Νόβι Σάντ, τον πατέρα της Τάνιας και ψάχνει την Τάνια γιατί έχει βρει το τσαντάκι! Ο πατέρας της αρχικά δεν καταλαβαίνει και νομίζει ότι έχουμε ξεχάσει το τσαντάκι στο Νόβι Σαντ. Όταν καταλαβαίνει τι έχει γίνει, από το σοκ, δεν μπορεί να θυμηθεί το νούμερο της Ρούζας, δίνει αρχικά λάθος νούμερο, η κοπέλα ξαναπαίρνει, μαθαίνει το σωστό, και παίρνει στο κινητό της Ρούζας, το οποίο, σωστά καταλάβατε, είναι έτοιμο να μείνει από μπαταρία!!
Μπορείτε να φανταστείτε σε τι κατάσταση είμαστε, μέχρι να μπει το κινητό στην μπρίζα, και να μιλήσουμε με την κοπέλα (άργησε να ξαναπάρει κιόλας), έχουμε κάτσει σε αναμμένα κάρβουνα και μας έχει πάει η ψυχή στην κούλουρη. Εννοείται εγώ είμαι ακόμα στο τηλέφωνο με τους δικούς μου και τις τράπεζες, κάθε νέα πληροφορία κάνει το χαλασμένο τηλέφωνο μέχρι να την ακούσουν όλοι, σε όλες τις γλώσσες... ΧΑΜΟΣ!!
Η αγωνία μου παρατείνεται αφού η κοπέλα μας λέει "ηρεμήστε, έχω εγώ την τσάντα, αλλά τώρα είμαι σε μια φίλη μου, θα έρθω σε καμιά ώρα!".. Εγώ δεν μπορώ να καλμάρω παρά τις μεγάλες ποσότητες μπύρας και μέχρι να έρθει η κοπέλα σπίτι έχω γίνει ψιλο-σκνίπα... Μας λέει ότι βρήκε την τσάντα στο αμάξι (τα καλώδια της ενδοσυνεννόησης της τράβηξαν την προσοχή) και παρατήρησε ότι δεν υπάρχει κοντά ο ιδιοκτήτης! Έκρινε (σωστά) ότι αν την άφηνε θα την τσίμπαγε κανένας αλαφροχέρης οπότε την πήρε μαζί της. Όταν την άνοιξε να βρει στοιχεία για να μας βρει, είδε τι είχε μέσα και σκέφτηκε αυτολεξεί: "Ωχ! Αυτοί δεν θα πάνε μακριά...".. Πήρε τις πληροφορίες, βρήκε το πατρικό της Τάνιας και, εν μέσω χάους, επέστρεψε τελικά την τσάντα.. Δεν ήθελε να πάρει αμοιβή, και με τα χίλια ζόρια της έδωσα ένα από τα "γούρικα" μου πενηντάευρα (είναι σε κρυφή θήκη και ήταν τα πρώτα που μου είχαν αφήσει οι δικοί μου στο μαγαζί όταν είχα ανοίξει, τα οποία ξοδεύονται ΜΟΝΟ σε άμεση ανάγκη και αναπληρώνονται όταν επιστρέφω, μας έχουν ξανασώσει αλλά είναι άλλη ιστορία). Δεν της το έδωσα σαν αμοιβή αλλά σαν γούρι και για άλλη μια φορά το λέω και γραπτώς, Μαρία (Marija) όπου και αν είσαι, και πάλι σε ευχαριστώ και να 'σαι καλά!
Έπεσε το αναμενόμενο δούλεμα, συνεχίσαμε τη μασαμπούκα και αρχίσαμε τις ιστορίες από την εκδρομή με τους οικοδεσπότες μας, και, αργά το βράδυ, πέσαμε για ύπνο.... Εγώ δε, μετά από όλην την ένταση, έπεσα σαν τούβλο στο κρεβάτι...