Εγώ πάλι μιά χρονιά τα κούφανα τα παιδάκια μου.
Ξυπνάω το πρωί λοιπόν ,μαζεύω τα δώρα και τα κρύβω.
Πάω και στο τζάκι και βάζω στα μούτρα και στα χέρια στάχτες και περιμένω πίνοντας καφέ.
Πρώτη ξύπνησε η Ευγενία και τρέχει στο δέντρο. Τίποτα.
Με κοιτάει με παράπονο και εγώ είχα μία φάτσα όλο νευρα.
-Τον κιαρατά ης λέω.
-Ποιόν?
-Αυτόν τον Άγιο βασίλη σας γλύστρησε και έπεσε απ την καμινάδα και έκανε όλο το σπίτι σκατά.Και ήθελε και λεφτά από πάνω ...
(Είχε ξυπνήσει και ο γιός μου και με κοίταγαν μ ανοιχτό το στόμα...)
Πλακωθήκαμε στις μπουνιές τους λέω και τον έδιωξα .
Τα παιδιά είχαν μείνει κάγκελο .
-Μη στενοχωριέστε τους λέω θα συννενοηθώ με τον Αιθανάση που γιορτάζει στις 18 (μόνο αυτή τη γιορτή θυμάμαι

) και θα φέρει αυτός τα δώρα.Είναι και φτηνότερος.
Την κοπανάνε και τα δυό στη μάνα τους και της τα λένε ,φωνές,κακό ,έρχεται και η Έλενα και μ αρχίζει "τι είναι αυτά ,ψυχολογικά τραύματα ....και τέτοια" καλά καλά θα τον πάρω τηλ.πάτε μέσα να μην ακούτε.
Έβγαλα λοιπόν τα δώρα και μου φαίνεται ότι πιό πολύ τα φχαριστήθηκαν.
Την άλλη χρονιά η Ευγενία ζήτησε να μην ανάψουμε το τζάκι να είναι καθαρό μπας και ξαναπέσει ο 'Αγιος....
Μεταξύ μας τώρα έτσι.. μη με κάνετε βούκινο.