Την νύχτα λοιπόν της Παρασκευής 05/07/2013, μας υποδέχτηκε το Βουκουρέστι με ανοιχτές αγκάλες και εμείς δεν είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε από το να αποδεχτούμε το κάλεσμά της και να χωθούμε στην αγκαλιά της!
Όμορφη, απλωμένη, καθαρή, άνετη πόλη. Κατευθυνθήκαμε στο ιστορικό της κέντρο, την παλιά πόλη, που είναι και μαζεμένα όλα τα νυχτομάγαζα. Κόσμος μιλιούνια να βολτάρουν πάνω κάτω στο πλακόστρωτο της παλιάς πόλης, ντυμένος απλά, περνώντας ξέγνοιαστες ώρες με τις παρέες τους με όμορφη διάθεση και χαχανητά που αντηχούσαν μέσα στις όμορφες πλατείες τους και στα στενά τους γραφικά δρομάκια. Ήπιαμε τις μπύρες μας, φάγαμε τα εδέσματά μας και αποκαμωμένοι πλέον επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο μας για ξεκούραση.
ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ
Την επομένη το πρωί σου Σαββάτου με ακρίβεια συντονισμού που θα ζήλευαν πολλοί, επισκεφτήκαμε το εστιατόριο του ξενοδοχείου μας και μετά από ένα λουκούλλειο πρωινό, αριβάραμε για να γνωρίσουμε και να φωτογραφήσουμε την πόλη. Ο καιρός καλός γύρω στους 28 βαθμούς το θερμόμετρο, όμως κατά τις 12,00 το μεσημέρι ένα μπουρίνι χτύπησε την πόλη και εμείς σαν φοβισμένα παιδάκια κρυφτήκαμε σε ένα γραφικό μπαράκι απολαμβάνοντας τον καφέ μας και εν συνεχεία τις μπύρες μας.
Όταν έκοψε η αντάρα της βροχής κατά τις 14,30 βγήκαμε στον ήλιο περπατώντας και ψάχνοντας για τις ομορφιές των αξιοθέατων της πόλης. Μια ιδέα τότε έλαμψε στο μυαλό μου, βλέποντας ένα λεωφορείο τουρισμού και ξενάγησης, κάνοντας δεκτή την επιθυμία μου να ανέβουμε σε ένα παρόμοιο και έχοντας την άμεση συγκατάθεση της παρέας μου, περπατήσαμε έως το σημείο επιβιβασμού. Έτσι και έγινε. Στις 15,00 μας βρήκε να εκδίδουμε τα εισιτήριά μας σαν λυκειόπαιδα και να επιβιβαζόμαστε πάνω στο ανοιχτό λεωφορείο με τις κάμερες ανά χείρας και την γλώσσα μας από έξω για αυτά που θα ακολουθούσαν. Η δαπάνη του εισιτηρίου μηδαμινή για τα δικά μας δεδομένα και η βόλτα στην καταπράσινη απλωμένη πόλη έμοιαζε με ουτοπία. Μην με ξυπνάτε όνειρο ζω, ξεφωνήσαμε όλοι μαζί, έως ότου ένα κλαδί δέντρου ξύπνησε από τον λήθαργο τον Χρήστο με ένα χαστουκάκι, και κατά επέκταση και εμάς.
Η ώρα είχε δώσει την σειρά της στις 18,00 όταν συρθήκαμε ξανά στο ξενοδοχείο μας για ένα διάλειμμα ξεκούρασης. Αποφεύγοντας λοιπόν την δεύτερη καταιγίδα με την τύχη με το μέρος μας προλάβαμε και σκαρφαλώσαμε στα δωμάτιά μας. Διάλειμμα λοιπόν, φόρτωμα τα κινητά μας, τις φωτό μας και μιλώντας με skype στα συγγενικά μας πρόσωπα, ξεκινήσαμε γύρω στις 20,30 για το τελευταίο βράδυ στο Βουκουρέστι.
Συμπερασματικά αναφέρω ότι αξίζει κανείς να το επισκεφτεί για τουλάχιστον τρεις διανυκτερεύσεις. Είναι μια όμορφη Ευρωπαϊκή μητρόπολη, που δε θυμίζει τίποτα από την επαρχία της Ρουμανίας. Ήμαστε παιδιά της πόλης, τι να κάνουμε. Έτσι συνηθίσαμε να ζούμε καλώς ή κακώς. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ. Ημέρα 2η του εκδρομικού μας.
Ίσως να μοιάζει με ανέκδοτο, όμως ήταν πραγματικότητα. Έλληνες Τουρίστες!!!
Μια ανακεφαλαίωση έτσι για να οξύνω το ενδιαφέρον σας.
Η 1η ημέρα λοιπόν αν και «κουτσή» είναι συνήθως και αυτή που κλέβει την παράσταση. Και αυτό διότι έχεις θετική αύρα και διάθεση του ότι φεύγεις και ακόμη μπορείς να κάνεις την υπέρβαση, υπέρβαση και από οικονομική άποψη αλλά και από ηλικιακή… της μηχανής μου!
Νιώθεις σαν έφηβος που κάνεις κοπάνα από το σχολείο γιατί την Παρασκευή, ημέρα εργάσιμη, την αγνοήσαμε και την βαπτίσαμε αργία. Η δε ημέρα της επιστροφής η Δευτέρα, ροκανίστηκε επιδέξια, δηλώνοντας το παρόν μας στο χώρο της εργασίας μας αργά το απόγευμα, με το που επιστρέψαμε γύρω στις 19,30. Συνοψίζοντας οι διανυκτερεύσεις μας ήταν 4, οι ημέρες 5, τα συνολικά χιλιόμετρα που διανύσαμε 1.700 (χωρίς κανένα απρόοπτο από τις μηχανές μας, ούτε λάμπα κάηκε) και με συνολική δαπάνη στα 400 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τσιγάρων,σουβενίρ, κτλ.
Μετά την απίστευτη μπόρα του Πλέβεν λοιπόν και αφού σχεδόν είχε σταματήσει η θεομηνία, συνεχίσαμε με τα αδιάβροχα φυσικά, για αποφυγή του σπρέι από το μουσκεμένο οδόστρωμα με κατεύθυνση για τα σύνορα. Όμορφη πεδινή διαδρομή μέσα από καλλιέργειες ηλιόσπορων και σιταριών, καθώς και αξιόλογης πανίδας, που οργίαζε λόγου της αυξημένης ποσότητας νερού που υπάρχει στην περιοχή.
Φτάσαμε στα σύνορα στις 15,20 και αφού αποθέσαμε αδιάβροχα και κράνη μας ζύγωσε ο Τελώνης και μας ενημέρωσε ότι το επόμενο ποταμόπλοιο θα φύγει στις 18,00. Τότε πραγματικά παγώσαμε. Η ώρα ήταν 15,30 και θα έπρεπε να περιμένουμε έως τις 18,00 για να περάσουμε απέναντι στην Ρουμανία. Τόσο κοντά και όμως φάνταζε απίστευτα μακριά. Ζήτημα να ήταν 50 μέτρα ο διάπλους, ένα πράγμα σαν τον Έβρο από το Πύθιο. Τότε και μετά τα πειράγματά μου για την Βαρκαντέρο του Χρήστου, μήπως να την στήναμε ωσάν σχεδία για να περάσουμε απέναντι, αποφασίσαμε να αλλάξουμε κατεύθυνση για Ρούς και να περάσουμε στα σίγουρα από την γέφυρα για Ρουμανία.
Έτσι λοιπόν και έγινε, επιλέγοντας φυσικά άλλον δρόμο από αυτόν που είχαμε έρθει, για να σπάσουμε την μονοτονία του ταξιδιού μας, φυσικά προς την Ανατολή.
Τα επιπλέον χιλιόμετρα της παράκαμψης περίπου στα 80 τα οποία υπολογίζαμε ότι θα καλυπτόντουσαν περίπου σε 1 ώρα, άρα θα κερδίζαμε χρόνο και έτσι αντί να φτάναμε στο Βουκουρέστι στις 20,00 να φτάσουμε στις 18,30. Φρούδη ελπίδα.
Η ιδέα μας ναι μεν υλοποιήσιμη πλην όμως χρονοβόρα. Τα επιπλέον χιλιόμετρα 120 εκ των οποίων τα 40 σε δευτερεύον επαρχιακό οδόστρωμα γεμάτο κρατήρες, κάρα, χωριουδάκια, πεζούς, σκυλιά, αγελάδες και άλογα αδέσποτα να φλερτάρουν τα δικά μας άτια.
Χρόνος άφιξης στο Βουκουρέστι γύρω στις 20,00 και αφού η τεχνολογία έχει πλέον και επιτέλους ξεφύγει, κλείσιμο στα γρήγορα ένα ξενοδοχείο και μέσα για γενικό καθαρισμό. Το βράδυ μόλις είχε ξεκινήσει και το Βουκουρέστι έτοιμο να εξερευνηθεί από τους πλέον έμπειρους, ευγενικούς ‘Έλληνες τουρίστες. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ.