Στην ηλικία των τρυφερών 21 ετών, όντας φοιτητής στην ιατρική στην Αθήνα, έστρωσα κώλο (πιο πολύ και από τις πανελλήνιες!) για να δώσω εξετάσεις για μια υποτροφία η οποία σου έδινε στο χέρι τότε 700 χιλιάρικα. Με αυτά σκόπευα να πάρω την πρώτη μου μοτοσικλέτα, ένα από τα όνειρα της τότε ζωής μου.
Είχα βάλει στο μάτι το Honda ΑΧ-1 διότι τα περιοδικά το έβγαζαν «βασιλιά» στην κατηγορία του, είχα γυρίσει και τη Σαντορίνη τρικάβαλος με ένα νοικιάρικο (300+χλμ σε 3 μέρες, που τα βρήκα και τά ‘κανα;;

και τεσπα μου φαινόταν η πιο καλή αγορά με «αντικειμενικά» κριτήρια. Έλα όμως που διάβασα ένα τεστ του Πολίτη στο Μοτό για το Enfield Bullet 500 και κάτι έκανε κλικ μέσα μου (το μοναδικό τεστ που έχω διαβάσει χωρίς μετρήσεις και νούμερα!). Πήγα και το οδήγησα: κάτι έκανε ΜΠΑTAMΠOYM μέσα μου. Την ερωτεύτηκα από τα πρώτα μέτρα! Όλα μου φαίνονταν τέλεια : ο μονοκύλινδρος ήχος του, η αρχοντική θέση οδήγησης, η ροπάκλα από τις 100 σαλ, η τιμόνα του, τα χρώμιά του, το γεισάκι του φαναριού, το ότι έπαιρνε τις στροφές φέτα, το ότι πήγαινε χώμα, το ότι με χάζευαν οι γκόμενες κλπ κλπ. Έσκασα 1.180.000 δραχμές (υπερβολικό ποσό για μηχανή με τεχνολογία του ’48 και ανύπαρκτο R&D) και απόκτησα τη μοναδική μηχανή που έχω αγοράσει καινούρια.
Καθόλου δεν πτοήθηκα τους 3 πρώτους μήνες που με άφησε 15 φορές. Τελικά άλλαξα μπαταρία, ανορθωτή, πολλαπλασιαστή και δε θυμάμαι τι άλλο και το πράμα έστρωσε . Το δούλεμα που έτρωγα από τους διάφορους «ειδήμονες» ούτε που ίδρωνε τ’ αυτιά μου, από δω παν κι άλλοι. Ήμουν ευτυχισμένος. Ήμουν βασιλιάς!
Διότι η μηχανή αυτή αποδείχτηκε ότι ήταν αυτό ακριβώς που ήθελα: μου ικανοποιούσε ΑΠΟΛΥΤΑ την πρωτόγονη επιθυμία για ένα δίτροχο με κινητήρα εσωτερικής καύσης (που να βρυχάται, να λαδώνει, να θέλει να του βάλεις χέρι για ρύθμιση βαλβίδων κλπ, σχολείο ολόκληρο βασικής μηχανολογίας), με έμαθε να στρίβω στην άσφαλτο, με πήγαινε στους χωματόδρομους χωρίς να με φοβίζει, με έμαθε πως το ταξίδι δεν είναι οι εθνικές αλλά το επαρχιακό δίκτυο (αλώνισα χωμάτινα και ασφάλτινα χιλιόμετρα από Άγραφα μέχρι Κρήτη), με έκανε να θέλω να κόβω βόλτες στην καλοκαιρινή νύχτα της Αθήνας… Με έμαθε με λίγα λόγια την πεμπτουσία του μοτοσικλετιμού και μέσα από αυτήν μου έδειξε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσω: τα ταξιδιάρικα on-off.
Το 1999 αποφοιτώντας απέκτησα ένα ΤΑ του 96, τρίτο χέρι. Στην αρχή είχα ενδοιασμούς, μου φαινόταν πολύ «αποστειρωμένο» το στυλ. Ευτυχώς δεν με πτόησαν και την αγόρασα. Μετά τους πρώτους μήνες παραμιλούσα: άνεση, ταξιδιωτικές δυνατότητες σε κάθε δρόμο, ευκολία στην οδήγηση εντός και εκτός πόλης… Μου άνοιξε νέους ορίζοντες, και μάλιστα μακρινούς: από το Αραράτ μέχρι την Ισλανδία με πήγε αυτή η μηχανή. Μάλιστα την ημέρα που ξεκίνησα (μόνος) να πάω στην Ισλανδία, σαν τραγική ειρωνία, η μηχανή με άφησε έξω από το Κιάτο: κόλλησε το ρελέ της μίζας και κατά συνέπεια μου έκαψε τον ανορθωτή. Γύρισα πίσω, άλλαξα τα σχετικά και ξανάφυγα την άλλη μέρα γιατί έπρεπε να προλάβω το πλοίο στη Δανία που έφευγε μόνο κάθε Σάββατο. Ακούτε οι Χοντάκηδες; Με άφησε! Και τι έγινε; την ξανάφτιαξα κι έφυγα. Θα κάτσω να σκάσω; Όποιος δεν αποφασίζει να πάει ταξίδι γιατί θεωρεί και καλά αναξιόπιστη τη μηχανή του μάλλον τ’ αρχίδια του είναι αναξιόπιστα. Μη ψάχνει δικαιολογίες!
Έτσι που λέτε με το ΤΑ, τα χρόνια που το κράτησα ήμουν ευτυχισμένος. Ήμουν βασιλιάς!
Με τα χρόνια το Τρανσαλπάκι άρχισε να μου φαίνεται αργούλι, ελαστικούλι και άλλα τέτοια. Είχα φάει κόλλημα και με το χώμα (είχα πάρει εν τω μεταξύ κι ένα ΚΤΜ EXC 400 3ο χέρι που με έμαθε να οδηγώ σωστά εκτός δρόμου), τρωγόμουν για εξέλιξη. Μετά από πολύ σκέψη αγόρασα ένα ΚΤΜ 950 adv 2005 (2ο χέρι αυτό

). Μου λέγανε οι γνωστοί τύποι ότι είναι ζημιάρικα, ότι είναι έτσι, ότι είναι αλλιώς κλπ κλπ Όταν ανέβηκα μια καρα-ανηφόρα σαθρά κοτρώνια δικάβαλος χωρίς να το σκεφτώ, τα ξέχασα όλα. Εκστασιάστηκα: ακλόνητο πλαίσιο, κορυφαίες αναρτήσεις, απόσταση από το έδαφος, γκάζι-κλωτσιά, τέλειος ήχος, ψιλόλιγνη και αθλητική και όχι σαν κινητή σιφονιέρα, στο χώμα εκτελούσε ό,τι εμπόδιο βρισκόταν στο δρόμο της με χαρακτηριστική άνεση και ΑΠΟΛΑΥΣΗ (φτάνει να ξέρεις βέβαια, ε) είτε μονό είτε δικάβαλη. Αυτό είναι ( για μένα) το αληθινό On-Off: να σε διασκεδάζει και στην άσφαλτο και στο χώμα. Είτε κάνεις 10 είτε 100χλμ χώμα σε μια μέρα η κούραση είναι μηδαμινή. Την έχω τρία χρόνια τώρα, ούτε ζημιά δεν έχει βγάλει. Και ξέρετε κάτι; Και να βγάλει χέστηκα, η μηχανή αυτή μου προσφέρει τόσα όποτε την καβαλάω που… χαλάλι της! Είμαι ευτυχισμένος. Είμαι βασιλιάς!
Καταλάβατε που το πάω. Το θέμα είναι να αισθάνεστε βασιλιάδες γιατί έχετε επιλέξει μια μηχανή που ικανοποιεί τέλεια τις δικές σας πρωταρχικές ανάγκες, με μια μοναδική συνταγή. Όχι τις ανάγκες των άλλων. Αν περιμένεις να αισθανθείς βασιλιάς γιατί αγόρασες το υποτιθέμενο «βασιλιά» της κατηγορίας… άστο, κάνε ψυχοθεραπεία καλύτερα, είναι η πιο φτηνή διαχρονικά λύση και ίσως θα θεραπεύσει και συνοδές στυτικές ή άλλες δυσλειτουργίες.
For the record, το Enfield το έχω κρατήσει. Που και που μου κάνει την τιμή να με πάει τσάρκα και τότε νιώθω μέσα μου μία ολική επαναφορά των αρχέγονων μοτοσικλετιστικών «ρυθμίσεων». Και τα παιδιά μου, όταν με το καλό τα κάνω, πάνω στο Enfield Bullet 500 Deluxe θα μάθουν τι εστί μοτοσικλέτα. Γιατί περιτυλίγματα υπάρχουν πολλά, η ουσία όμως είναι μία...

Τα σέβη μου σε όλους τους βασιλιάδες.
Ο αυτοκράτορας
