Τελείως εκτός κλίματος, κοντά 2 μήνες μετά το ταξίδι, καταρρακωμένος από την σύγκριση του δικού μας με το οδοιπορικό των Κρητών, θα επιχειρήσω να κλείσω την αφήγηση και να λύσω το μυστήριο του τανκ-μπαγκ...

ΗΜΕΡΑ 12η
Δυστυχώς όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν (αντίθετα από την ανθρώπινη βλακεία που, κατά Αινστάιν, είναι ατελείωτη), και σήμερα ήρθε η μέρα να ξεκινήσει η επιστροφή. Τα σπίτια μας είναι ακόμα 1700 χλμ μακρυά, ένα ολόκληρο ταξίδι από μόνο του, αλλά όλοι νιώθουμε σαν να τελειώσαμε το φαί και το μόνο που έχει μείνει είναι να πλύνουμε να ξεραμένα πιάτα στο νεροχύτη...
Σύννεφα το πρωί μας αναγκάζουν να φύγουμε λίγο εσπευσμένα και ρίχνουν ακόμα περισσότερο την ψυχολογία μας. Ευτυχώς γλιτώνουμε τη βροχή και λίγο αργότερα μπαίνουμε ξανά στην Κροατία, έχοντας μπροστά μας τον υπερ-δρόμο/βασανιστήριο (Ζάγκρεμπ - Σύνορα Σερβίας). Οι μηχανές ταξιδεύουν με 160 σε θερμοκρασίες κοντά στα 40 αλλά σου δίνεται η αίσθηση ότι τίποτε δεν αλλάζει δεξιά και αριστερά. Μια τεράστια ευθεία σε μια απέραντη πεδιάδα συνεχώς. Μετά κόπων και βασάνων φτάνουμε στα τελευταία διόδια, τα οποία πλέον ξέρουμε ότι είναι ιδιαίτερα τσουχτερά (15 ευρώ). Περνάει ο Τεό, και σταματάω στο γκισέ. Η Τάνια ψάχνει την κάρτα (είναι τύπου κάρτας, πληρώνεις όσα χλμ πέρασες στο δρόμο). Βγάζω το κράνος γιατί υποφέρω, η Τάνια ψάχνει την κάρτα. Αρχίζω να μουρμουρίζω και η Τάνια ψάχνει την κάρτα... Να μην τα πολυλογώ η κάρτα είναι κάπου στα προηγούμενα 350 χιλιόμετρα και τελικά πληρώνουμε 30 κολαριστά γιούργια (διπλό του ανώτερου ποσού) στον αντιπαθέστατο Κροάτη. Εννοείται με το που ξεκινάμε γεμίζω σάλια τη ζελατίνα μου από τις γκαρίδες που έριξα, και χτυπιέμαι σα σπαστικός πάνω στη μηχανή... Πολύ τσαντίλα...

Περνάμε τα σύνορα και στο επόμενο βενζινάδικο αποφασίζουμε να περάσουμε από Νόβι Σαντ, να δω και εγώ τα συμπεθέρια, αφού θα ήταν χοντρό να μην περάσω ούτε για έναν καφέ τόσες μέρες πάνω. Ο δρόμος/στατικός διάδρομος συνεχίζεται αλλά με την απροσδόκητα ευχάριστη προσθήκη λακουβών και ατελειών που μας βοηθάνε να μην μας πάρει ο ύπνος. Φτάνουμε στο Νόβι Σαντ, παρκάρουμε το Ζεύγος Τεό σε μια καφετέρια και πάμε στο σπίτι της Τάνιας. Καθόμαστε καμιά ώρα, πίνω λίγη μπύρα και καφέ, τους χαιρετάμε, μαζεύουμε τους τουρίστες και ξεκινάμε για Βελιγράδι... Άντε πάλι παγωμένο καρέ η εθνική, πλέον είμαστε και κουρασμένοι, και μπαίνουμε στην Λευκή πόλη...
....Όπου έχει ποδοσφαιρικό αγώνα ο Ερυθρός Αστέρας και είναι πηγμένη η πόλη!! Γενικά η κίνηση ανάμεσα στα αυτοκίνητα είναι κουραστική, πόσο μάλλον όταν:
- Έχεις 540 χλμ στην πλάτη σου
- Είσαι δικάβαλος - τριβάλιτσος
- Έχει 42 βαθμούς
- Οι οδηγοί των αμαξιών δεν είναι μαθημένοι στις μοτό και δεν σε προσέχουν ούτε σε αφήνουν να περάσεις
- Έχει πέσει η μπαταρία την ενδοσυνεννόησης και ακούς χάλια
Ο Τεό παθαίνει σεληνιασμό για 2η φορά μετά τη Ριέκα (έκτοτε τον έχω πετύχει άλλη μια σε τέτοια αλλοφροσύνη) και αρχίζει να παίζει τα ξένα και να κορνάρει μανιασμένα.

Φεύγει λίγο μπροστά, και, ω του δέους, μετά την έξοδο παρατηρούμε ότι έχουμε χωριστεί. Δεν έχω κουράγιο να οργανωθώ να βρεθούμε ξανά, ξέρω ότι έχει gps και αυτός, οπότε πάω καρφί στο σπίτι. Με το που φτάνουμε, μας περιμένουν η Ρούζα και ο Σάσα με χαρά και εμείς ακόμα είμαστε τσίτα από τη διαδρομή. Αρχίζω τα τηλέφωνα αλλά ούτε ο Τεό ούτε η Ελεάννα απαντάνε. Αρχίζω να ανησυχώ και δεν ξέρω τι να κάνω (εννοείται παραμένουμε στο δρόμο, δεν ξεφορτώνουμε καν ακόμα τις μηχανές.
Ευτυχώς μετά από λίγο εμφανίζονται στο δρόμο και χαλαρώνω λιγάκι. Αρχίζουμε τις αγκαλιές και τα φιλιά, βάζουμε τις βαλίτσες μέσα, εγώ βάζω και τις 2 μηχανές στο γκαράζ (είχε κατηφόρα απότομη και πήγαινε με την όπισθεν οπότε ήταν πιό ασφαλές να τις βάλω εγώ σαν ψηλότερος. Εκεί στο πάρκινγκ πλησιάζει ο Σάσα και αρχίζω να του δείχνω τη βίδα στο κάλυμμα που την κοπάνησε, τη βάση της μπαγκαζιέρας που θέλει σφίξιμο, τον πίσω δίσκο της ΤΑ που ράγισε, τα μυγάκια στις ζελατίνες και τέτοια.. Μπαίνουμε σπίτι, τα παιδιά πάνε να κάνουν ένα ντουζ στο ρετιρέ που μέναν και εγώ με την Τάνια αράζουμε κάτω στον καναπέ με μπύρες, λουκάνικα, τυριά και μουσικούλα..
Κανένα 10λεπτο αργότερα, ενώ μιλάω με τον Σάσα, θέλω να του δείξω κάποιες από τις φωτογραφίες που είχαμε τραβήξει, και εκείνη τη στιγμή ΠΑΓΩΝΕΙ το αίμα μου...
Ανάμεσα στο ξεφόρτωμα, τις κλήσεις στον Τεό, τις χαιρετούρες, τα παρκάρισμα, την μίνι κουβέντα για τις μηχανές, τις μπύρες, τα λουκάνικα, τα τυριά και την κούραση, έχω αφήσει πάνω σε ένα πορτ-μπαγκάζ ενός LADA έξω στο δρόμο το τανκ-μπαγκ που έχει μέσα:
- Τον υπερ-φορητό υπολογιστή με ΟΛΕΣ τις φωτογραφίες (με σβησμένες τις πρωτότυπες από την κάμερα)
- Το πορτοφόλι μου (Ταυτότητα, δίπλωμα, 1 πιστωτική, 2 αναλήψεως κάρτες)
- Τα λεφτά μου (λίγα αλλά όχι αμελητέα ~150 ευρώ)
- Την ενδοσυννενόηση
- Την ασφάλεια της μηχανής και την πράσινη κάρτα
- Τα διαβατήρια μας και την ταυτότητα της Τάνιας
- Τα tie-wrap!!

Τώρα τα λέω και γελάω αλλά πραγματικά ένιωσα να "χάνεται η γη κάτω από τα πόδια μου". Κοιτάω έξω και δεν είναι εκεί που είχα αφήσει το τσαντάκι. Αρχίζω να τρέχω πάνω κάτω στο σπίτι σε έξαλλη κατάσταση, αρχίζω να μελετάω τις επόμενες κινήσεις (που να αρχίσεις και που να τελειώσεις). Ακόμα πιστεύω ότι είναι ένα όνειρο, αλλά ξέρω ότι δεν είναι....
(διακόπτουμε για διαφημίσεις, πάει 2 η ώρα)
Join us tomorrow!
