Μετά από έναν φιδίσιο, αγροτικό δρόμο μπήκαν στον οικισμό. Πλακόστρωτο με φαναράκια στις άκρες του δρόμου και καλαίσθητα σπίτια με κεραμίδια.
-Χμμμ! Ωραία είναι! Σκέφτηκε ο Αλέκος που ήταν δύσπιστος με τις προτάσεις συνταξιδιωτών αφού είχε συμβεί πολλές φορές αυτό που πρότεινε κάποιος φίλος να αποδεικνυόταν απαίσιο, τουριστικό, ψεύτικο μέρος.
Έφτασαν σε ένα ξέφωτο, πλακόστρωτο κι αυτό, μια πλατειούλα με πέτρινα παγκάκια, πέτρινους φούρνους και κληματαριές, ενώ και η θέα προς τον κάμπο της Παχειάς Άμμου με την θάλασσα στο βάθος ήταν μαγευτική!
-Αααα! Αρχίζει να δένει το πράμα!
Πάρκαραν τα μηχανάκια σε μια γωνία, όμορφα φτιαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο όπως το συνήθιζαν πάντα και, χωρίς μιλιά, αρκέστηκαν στο να θαυμάζουν την θέα.
-Τι είναι εδώ ρε φίλε! Έσπασε την σιωπή ο Ζαχαρίας.
-Μπράβο ρε Γιώργο, καλά μας έφερες, συνέχισε ο Αλέκος. Μα τόσο κοντά και να μην το ξέρουμε? Κι έχουμε γυρίσει την Ευρώπη…τρομάρα μας!
-Τόσο κοντά αλλά και στην άκρη τού πουθενά ταυτόχρονα, συμπλήρωσε ο Ζαχαρίας, ενώ ο Γιώργος χαμογελούσε που τους άρεσε το μέρος που τους πήγε.
-Σωστά, αν δεν το ξέρεις δεν έρχεσαι έτσι που είναι χωμένο στο βουνό…ούτε από τον δρόμο φαίνεται καλά-καλά, συμπλήρωσε ο Αλέκος. Για πάμε και προς τα μέσα τώρα να δούμε τι παίζει, άντε και πεινάω.
Από μια μικρή ξύλινη πόρτα εμφανίστηκε ο μαγαζάτορας. Ίσα-ίσα που χωρούσε στην πόρτα έτσι ψηλός, μεγαλόσωμος με την κοιλάρα…ίδιος ο Σταρόβας!
-Από ‘δω παιδιά, είπε φιλικά έτσι που τους είδε να ψάχνουν. Από την άλλη πόρτα έχουμε κλειστά, εγώ κι η γυναίκα μου είμαστε εδώ. Ελάτε να πιείτε μια ρακή να ζεσταθείτε.
Μπήκαν από την πίσω πόρτα, της κουζίνας, και προχώρησαν στο μαγαζί. Ο χώρος, μικρός και ζεστός, απέπνεε έντονα καλλιτεχνία, μουσική. Φωτογραφίες παλιών ηθοποιών, σκηνές από ταινίες, αφίσες παλιών διαφημίσεων και διάφορες ιστορικές φωτογραφίες κοσμούσαν τους τοίχους. Μουσικά όργανα παντού, κρεμασμένα στο ταβάνι, στα ράφια, στις δικές τους βάσεις, ένα κοντραμπάσσο στην μία γωνία, ηλεκτρικές κιθάρες, ένας αρχαίος ενισχυτής μπάσσου, αλλά και παλαιά αγροτικά εργαλεία, μερικά τού περασμένου αιώνα, μέχρι και το πρώτο ποδήλατο του 1857, όπως έγραφε το ταμπελάκι, σημάδι ότι είχε αγοραστεί από κάποια μουσειακή έκθεση.
Ο Αλέκος έμεινε εμβρόντητος, άρχισε να περιεργάζεται αχόρταγα· ήταν στο στοιχείο του.
-Θα παίξουμε τίποτα? Ρώτησε τον μαγαζάτορα που ήρθε εκείνη την στιγμή.
-Τι παίζεις? Ρώτησε ο μαγαζάτορας.
-Ό,τι θες. Κατέβασε μου το κοντραμπάσσο να το δω.
-Και παίζεις εσύ κοντραμπάσσο? Ρώτησε δύσπιστα ο μαγαζάτορας τονίζοντας το «εσύ».
-Και κοντραμπάσσο, απάντησε ο Αλέκος προκλητικά τονίζοντας το «και».
-Παίζεις εσύ κοντραμπάσσο? Ξαναρώτησε ο μαγαζάτορας, τονίζοντας αυτήν την φορά το «κοντραμπάσσο».
-Θα το κατεβάσεις? Έχω καιρό, μού ‘χει λείψει. Εσύ παίζεις τίποτα? Τι κάνουν όλα αυτά εδώ?
Ο μαγαζάτορας χαμογέλασε αντί απάντησης.
-Καλά, καθήστε και θα δούμε αργότερα τι θα κάνουμε, είπε και έφυγε για να ετοιμάσει το πρώτο καραφάκι ρακή.
-Εδώ, δίπλα στην ξυλόσομπα, είπε ο Ζαχαρίας.
-Μα γιατί δεν ανάβεις το τζάκι? Ρώτησε ο Αλέκος.
-Το ανάβουμε το βράδυ, τώρα έχω την ξυλόσομπα γιατί μαγειρεύω.
-Ααα! Καλά, ε! Είπε ο Αλέκος με θαυμασμό ανοίγοντας το πορτάκι του φούρνου. Φέτα με πιπεριές, οφτές πατάτες και διάφορα άλλα ωραία ήταν μέσα.
-Θέλετε να σας φτιάξω κάτι συγκεκριμένο ή να αυτοσχεδιάσω? Ρώτησε ο μαγαζάτορας καθώς έφερε το πρώτο καραφάκι ρακή με τα σχετικά.
-Φέρνε ό,τι έχεις, χαλαρά, μην σε απασχολεί.
Η βροχή είχε δυναμώσει τώρα και προβλεπόταν να μείνουν εκεί για αρκετή ώρα. Ήταν και το περιβάλλον τέτοιο που τραβούσε μια ρακή, αν και δεν έπιναν συνήθως όταν οδηγούσαν.
Μετά από ένα-δυο καραφάκια, ο Αλέκος σηκώθηκε να ξεπιαστεί και άρχισε να περιεργάζεται ξανά τις φωτογραφίες στον τοίχο. Το μάτι του έπεσε σε μια γωνιά με φωτογραφίες μουσικών την ώρα που παίζουν.
Και ξαφνικά…ωπ! Το μάτι του πέφτει σε κάτι που τού φαινόταν πολύ γνωστό! Αναγνώρισε το πάλκο τού VIP’S, το πάλκο τού «Πέταλου», μαγαζιά που έπαιζε και ο ίδιος παλαιότερα και……Μα! Ήταν και ο ίδιος σε μια φωτογραφία!!! Και δίπλα του, στην ορχήστρα, ο μαγαζάτορας ή κάποιος τέλος πάντων που έμοιαζε με τον μαγαζάτορα· δεν ήταν σίγουρος γιατί ήταν πολύ αδύνατος.
-Ποιος είσαι ρε λαλάκα? Φώναξε δυνατά στον αέρα, έκπληκτος, εμβρόντητος, κάπως σαν να φώναζε δυνατά τις σκέψεις του. Φώναξε τόσο δυνατά, τόσο έκπληκτος σαν ξαφνικά να είχε δει τον διάβολο.
-Τι έπαθες ρε? Ρώτησε γεμάτος απορία ο Γιώργος.
Ο μαγαζάτορας πρόβαλλε στην πόρτα της κουζίνας.
-Ε?
-Ποιος είσαι ρε παπάρα? Είπε ξανά ο Αλέκος απευθυνόμενος τώρα ευθέως στον μαγαζάτορα αφού ήταν σίγουρος ότι τον ήξερε. Ο μαγαζάτορας κοντοστάθηκε για λίγο προσπαθώντας να καταλάβει τι διάολο γίνεται.
-Ο Τσομπάνογλου είμαι.
-Δεν με θυμάσαι ρε παλιόπουστα? Ο Άρκαλος είμαι εγώ! Ο Αλέκος ο Άρκαλος, ο μπασίστας! Απάντησε ο Αλέκος αργά και ήρεμα τώρα.
-Ο Άρκ……ο Άρκαλος! Όχι ρε πούστη μου! Μονολόγησε ο μαγαζάτορας ψιθυρίζοντας σχεδόν από μέσα του σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Αγκαλιάστηκαν, τρελλάθηκαν!
-Πόσα χρόνια πάνε ρε? Εδώ κατέληξες? Μα το ‘λεγα εγώ, τόσα όργανα εδώ μέσα……κάτι παίζει! Είπε ο Αλέκος. Και τι κοιλάρα είναι αυτή ρε? Συνέχισε πειράζοντάς τον. Τι λες τώρα, παίζω όργανα ή όχι?
-Χαχαχα! Αν παίζεις λέει! Εσύ τι έγινες ρε? Τα παράτησες κι εσύ, ε? Κάποιος μού ‘πε πριν χρόνια, να δεις ποιος ήτανε μωρέ……α, ο Ξυπάκης ο ντραμίστας, ότι πήγες στα αεροπλάνα.
-Ναι, τέλειωσα με το δίπλωμα. Κουτσοδουλεύω κι εκεί, κάτι μικρά μονοκινητήρια, παίζω και σε καμιά συναυλία πότε-πότε……μαγαζιά τέλος……καλά είναι μωρέ! Έλα, έλα κάτσε!
Ο μαγαζάτορας έφερε δυο καραφάκια. –Αυτά από ‘μένα, είπε και τράβηξε μια καρέκλα κι έκατσε δίπλα στον Αλέκο. Μίλησαν, ήπιαν, θυμήθηκαν τα παλιά, για τα μαγαζιά που έπαιζαν μαζί, για το πόσο καλές εποχές ήταν, ρε πώς τα φέρνει η πουτάνα η ζωή καμιά φορά και ο κόσμος είναι μικρός και τέτοια.
-Και πού τα βρήκες όλα αυτά ρε μπαγάσα?
-Χμ! Αυτά που βλέπεις κάνουν μια ολόκληρη περιουσία.
-Το βλέπω!
-Ε, τα ψάχνω, μ’ ενδιαφέρουν. Να, το κοντραμπάσσο είναι του 1930· το πήρα από την Αγγλία, από έναν γέρο τζαζίστα. Μού είπε, «όσο έπαιζα ευχαριστήθηκα τον ήχο του, καιρός να τον ευχαριστηθεί και κάποιος άλλος». Μού κόστισε κάπου έξι χιλιάρικα να το φέρω. Ξέρεις, ειδικές συσκευασίες και τέτοια. Βλέπεις αυτό το μαντολίνο? Είναι του 1920.
-Πω, πω ρε φίλε! Είπε ο Αλέκος με θαυμασμό, κοιτώντας γύρω στο μαγαζί. Ο μαγαζάτορας σηκώθηκε κι έφερε δυο κιθάρες.
-Ήθελες να παίξουμε, έτσι δεν είπες? Το κοντραμπάσσο είναι δεμένο με αλυσίδα μην πέσει σε κανέναν πελάτη και είναι δύσκολο να το κατεβάσω αλλά και με κιθάρα γίνεται δουλειά.
-Ovation! Είπε ο Αλέκος κοιτώντας την κιθάρα που τού έφερε ο μαγαζάτορας. Έχω να πιάσω Ovation από το 1989 που είχε φέρει μία ο Χαλκιαδάκης το βράδυ στο μαγαζί που παίζαμε και την περιεργαζόμαστε. Άρχισαν να παίζουν, να πίνουν, να παίζουν, να πίνουν, σε λίγο νύχτωσε και η βροχή ήταν ασταμάτητη.
Μπήκε μια παρέα με δύο κοπέλες και έναν άντρα. Κουλτουρόφα-τσα η μία, η άλλη πιο κοκέτα με βαμμένο, πονηρό μα και αθώο συγχρόνως ματάκι και καπελάκι. Το μάτι τού Αλέκου γυάλισε!
-Πόσο στοίχημα ότι με τον τύπο είναι απλοί φίλοι, είπε ο Αλέκος.
-Μάλλον φίλες θες να πεις, είπε ο Γιώργος.
-Ναι, τώρα το τοποθέτησες πιο σωστά, είπε ο Αλέκος γελώντας.
Ο Αλέκος έπαιζε αλλά μέσα του έβραζε. Πώς θα πλησίαζε τις δύο κοπέλες? Κάποια στιγμή, το αυτί του έπιασε να λένε κάτι για θέατρα και παραστάσεις· δεν άντεξε.
-Είστε τίποτα ηθοποιοί?
-Ναι, απάντησε η γλυκιά κοπέλα με το καπελάκι.
-Α, συνάδελφοι δηλαδή, καλλιτέχνες. Ξέρετε, εγώ έχω παίξει με τον Φράνκο Τζεφιρέλλι.
-Πώς? Τι?
-Ναι, όταν σπούδαζα. Με πλησιάζει ένας τύπος στον δρόμο και μού λέει «φίλε, θες να παίξεις σε μια ταινία»? Εγώ κατάλαβα από πού ήταν γιατί εκείνες τις μέρες ο Τζεφιρέλι γύριζε τον Οθέλλο τού Βέρντι στην πόλη. Μεγάλο γεγονός για την πόλη, μεγάλη παραγωγή, πήρε και όσκαρ κουστουμιών. Τούς είχε φύγει ένας Αργεντινός εσπευσμένα γιατί τον κάλεσαν φαντάρο και έψαχναν έναν να τού μοιάζει.
-Άμα σε θέλει…! Μονολόγησε η κουλτουριάρα.
-Ναι, είδες? Τρομερή σύμπτωση. Ένα-δυο δευτερόλεπτα πιο μετά ή πιο πριν να είχα περάσει από ‘κει…Ή να είχα πάει από αλλού –στο ταχυδρομείο πήγαινα να στείλω ένα γράμμα. Μισό λεπτό, τού λέω, να ρίξω το γράμμα κι έρχομαι.
Ξέσπασαν σε γέλια.
–Χαχαχαχαα! Έκανες και τον δύσκολο δηλαδή! Και να σκεφτείς ότι άλλοι ψάχνουν για μια ευκαιρία όλη τους την ζωή.
-Με πάνε, με ντύνουν, με φτιάχνουν και με πάνε στο γύρισμα. Έρχεται ο Τζεφιρέλι και μού χαϊδεύει τα μαλλιά για να δει δήθεν αν είναι αληθινά ή αν μού τα έφτιαξαν στο μακιγιάζ. Μπαα! Χέρι ήθελε να μού βάλει! Και ο γκόμενός του παραπέρα με γούνα και ένα σκυλάκι στην αγκαλιά.
-Σετ πάνε αυτά, είπε η κουλτουριάρα.
-Ναι, ε?
-Ε, βέβαια, πετάχτηκε με νάζι ο νεαρός, αφού η συζήτηση είχε μπει στα δικά του χωράφια.
-Χεχεχεχε, γέλασε από μέσα του ο Αλέκος.
Αυτό ήταν! Ο πάγος έσπασε και όλοι συμμετείχαν στην παρέα. Χειροκροτούσαν, τραγουδούσαν, ζητούσαν να τους παίξει το τάδε τραγούδι, βοηθούσαν με τους στίχους. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει και η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο ειδυλλιακή. Είπαν μάλιστα, μεταξύ αστείου και σοβαρού, πως αν είχε και δωμάτια το μαγαζί θα έμεναν εκεί.
Έλα όμως που, εκτός από τον Αλέκο που ήταν εργένης εκ πεποιθήσεως, ήταν παντρεμένοι. Έτσι κάποια στιγμή έπρεπε να φύγουν με την γνωστή γεύση, για άλλη μια φορά, τού «όλα τα ωραία τελειώνουν κάποτε».
-Προχωράτε κι έρχομαι, έχω μια δουλειά, είπε με νόημα ο Αλέκος.
-Τι διάολο έχεις πάλι στον νου? Ρώτησε ο Γιώργος χαμογελώντας καχύποπτα.
-Να πάω στο μπάνιο ρε……, είπε χαμογελώντας κι αυτός.
-Ναι, καλά!
Ο Αλέκος πλησίασε την παρέα των τριών φιλενάδων.
-Ευχαριστούμε για την παρέα, είπε και έτεινε το χέρι. Και……πώς σάς λένε?
-Χρυσάνθη, είπε η κουλτουριάρα.
-Ωωω, ωραίο όνομα, φιλοφρόνησε ο Αλέκος. Κι εσάς?
-Γιώργο, είπε ο νεαρός.
-Έρρικα, είπε η νοστιμούλα.
-Έρρικααααααααα……ψιθύρισε σιγανά ο Αλέκος. Έχετε και ωραία γαλάζια μάτια, είστε από πουθενά από βόρρεια?
-Όχι, από ‘δω είμαστε.
-Λοιπόν, το άλλο Σάββατο την ίδια ώρα εδώ! Πρότεινε αποφασιστικά ο Αλέκος.
-Μα τα στημένα δεν είναι ωραία μωρέ, είπε η κουλτουριάρα.
-Ναι, αλλά αν δεν σπρώξεις και λίγο το σύμπαν…είπε χωρίς δεύτερη σκέψη η νοστιμούλα δείχνοντας καθαρά ότι την γοήτευσε η πρόταση του Αλέκου. Ο Αλέκος δεν άφησε την πάσα να πάει χαμένη. Ανέσυρε από την «λίστα με τα έξυπνα» τον τίτλο τής θεατρικής παράστασης τού Αλέξανδρου Ρήγα.
-Αυτός ο αλήτης ο Κοέλιο έχει πάρει πολύ κόσμο στον λαιμό του με το να τους έχει κάνει να περιμένουν να συνωμοτήσει το σύμπαν. Αλλά αν δεν το βοηθήσεις και λίγο όπως είπε και η φίλη σας… Κοιτάξτε, εγώ θέλω να σάς ξαναδώ. Στημένο ή όχι……ξέρετε κανέναν άλλον τρόπο?
Η κουλτουριάρα δαγκώθηκε μην χαμογελάσει αλλά η άκρη των χειλιών της πρόδιδε ένα γεμάτο ικανοποίηση χαμόγελο. Είπε:
-Same time same place, λοιπόν?
-Same time same place, λοιπόν! Επανέλαβε ο Αλέκος.
-Έκλεισα ραντεβού με τα κορίτσια για το άλλο Σάββατο, είπε ο Αλέκος βγαίνοντας.
-Ρε τι θα σε κάνουμε εσένα? Δεν παίζεσαι!
-Χαχαχαα!
Ετοιμάστηκαν και έφυγαν υπό βροχή. Η ικανοποίηση από την πολύ γεμάτη και υπέροχη μέρα ήταν τέτοια που στον δρόμο με παιχνιδιάρικη ακόμα διάθεση παρά την βροχή και το σκοτάδι, ο Ζαχαρίας και ο Αλέκος έκαναν παντιές πότε-πότε, ανοίγοντας ελαφρά το γκάζι στο βρεγμένο.
Πιο πίσω ο Γιώργος, πιο αργός δεν ήταν για τέτοια. Ο Αλέκος τον είχε σταθερά στον καθρέφτη και έκοβε όταν δεν τον έβλεπε καλά. Έφτασαν μια χαρά στην πόλη και γεμάτοι συναισθήματα.
-Πότε θα το ξανακάνουμε? Ρώτησε ο Γιώργος στα φανάρια που σταμάτησαν δίπλα-δίπλα. Ο Αλέκος ξέσπασε σε γέλια.
-Χαχαχαχα! Να ‘τονε ρε, φα’ τονε! Ρε μέχρι χτες μού ‘κανες τον δύσκολο. Είδα κι έπαθα να σε φέρω. Τα κουνέλια μου, οι κότες μου, οι ελιές μου, πονάει ο κώλος μου……τώρα σού καλάρεσε, ε? Και μάλιστα με βρόχα. Πάει χάλασε ο κόσμος! Χαχαχαχα!
-Εεεεε…
-Είπα, Σάββατο ραντεβού.
-Καλά θα δούμε.
-Εγώ θα πάω έτσι κι αλλιώς, έστω και μόνος, είπε ο Αλέκος.
-Εντάξει, τηλεφωνιόμαστε.
-Καταπληκτικά δεν ήταν?
-Ναι, υπέροχα. Και στην άλλη με το καλό.
-Καλό βράδυ.
-Γεια σας παιδιά.
-Καλό δρόμο.
Συνεχίζεται το Σάββατο (ελπίζουμε)……
