Ήτανε δυο ψεύτες στο καφενείο του χωριού, και λέγαν τις "ιστορίες" τους.
-"Εγω που λες.." Λέει ο ένας, "Εκειά που πορπατούσα στη μαδάρα το 40, ξαφνικά ο χαμός! Γερμανοί να βαρούνε απο παντού να με πολυβολιβολίζουνε, όλμοι να πέφτουνε! Τρέχω τρέχω να κρουφτώ, αρπάζω ένα βόλι στο μπέτι και πέφτω κάτω. Όταν ηρεμούν τα πράματα, πιάνω αριστερά, πιάνω ζερβά, τίποτα! Βάνω τη χέρα μου στη τσέπη μπροστά στην καρδιά, βγάζω ένα δίφραγκο και είχε πέσει το βόλι απάνου της και είχε κάνει ενα γρομπαλάκι στη κορώνα!"
-"Πω πω σώπα ρε..."
-"Ναι σου λέγω! Δεν πορπατώ μερικά μέτρα και να σου πάλι τα ίδια! Τεθωρακισμένα να κανονίζουνε, αεροπλάνα να περνούνε, σφαίρες να σφυράνε πάνω απ' τη κεφάλα μου... Αρπάζω μια στο μπέτι και σωριάζομαι. Όταν ηρεμούν τα πράματα, πιάνω αριστερά, πιάνω ζερβά, τίποτα! Βάνω τη χέρα μου στη τσέπη μπροστά στη καρδιά και βγάζω το δίφραγκο που είχε βρεί το βόλι απ' την ανάποδη και είχε φέρει τη κούρμπα στα ίσα της! Και αν δε με πιστεύεις να το!"
Και βγάζει ένα κολλαριστό δίφραγκο πάνω στο τραπέζι...
-"Τι λες ωρέ Μανωλιό! Εδά μου θύμησες την ίδια εποχή που πορπατούσα στη μαδάρα και πέφτω πάνω σε ναρκοπέδιο! Πατώ που λες μια νάρκη, και μου ανατινάζει τα @ρχίδι@ και τα πετάει 30 μέτρα μακριά!
-"Μα ήντα μου κουβεντιάζεις!"
-"Ναι σου λέω! Κι εκειά που πέφτουνε πάνω σε μια νάρκη και ξαναανατινάζονται και έρχουνται και ξανακωλάνε! ΚΙ ΑΝ ΔΕ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΝΑ 'ΤΑ!